Συμμετέχει, μελετά, αρθρογραφεί, ταξιδεύει, ενημερώνεται με στόχο να προσφέρει όσο μπορεί στην αναβάθμιση του τοπίου που μας περιβάλλει.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Κριτική βιβλίου από τον Γιάννη Σπαντιδάκη


ΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΚΗΠΟΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Συγγραφείς                        ΙΩΑΝΝΗΣ .Α.ΤΣΑΛΙΚΙΔΗΣ – ΟΛΓΑ Χ. ΜΠΑΚΙΡΤΖΗ
Εκδόσεις                              ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ


 Η αρχιτεκτονική τοπίου είναι μια πολυδιάστατη  δραστηριότητα που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια εξαιρετική ανάπτυξη στην παγκόσμιο χάρτη των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών  και  έχει προσελκύσει πολλούς ειδικούς και μη , να ασχοληθούν με αυτήν άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε μόνο για λόγους εμπορικότητας , επαγγελματικής καταξιώσεως  και κοινωνικής προβολής. Δυστυχώς οι περισσότεροι την θεωρούν ως μια μορφή απλής διακοσμητικής τεχνικής εξωτερικών χώρων χωρίς να εμβαθύνουν στις πολλαπλές γνώσεις που απαιτούνται για ένα  επιτυχημένο αποτέλεσμα, επιτυχημένο από αρχιτεκτονικής , πολιτισμικής , βιολογικής αλλά και λειτουργικής απόψεως. Στα πολύμορφα χαρακτηριστικά του αντικειμένου αυτού αναφέρεται και η πολύ πλούσια διεθνής βιβλιογραφία ενώ αντιθέτως η ελληνική υστερεί . 
Την έλλειψη αυτή έρχεται να καλύψει η ογκώδης ( 460 σελίδων ) έκδοση ΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΚΗΠΟΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ των Ι. Τσαλικίδη και Ο.Μπακιρτζή εκ των οποίων ο πρώτος , καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Τοπίου στο ΑΠΘ μας έχει δώσει στο παρελθόν πολλά συγγραφικά δείγματα της εγκυρότητας και του πλούτου των γνώσεων και της εμπειρίας του. 
Η αναδρομή στην ιστορία της τέχνης του κήπου που αποτελεί και το κύτταρο από το οποίο προέκυψε και αναπτύχθηκε η Αρχιτεκτονική τοπίου ξεκινά από την Μεσοποταμία το 3000 π.Χ. με τον κήπο να αποτελεί μια μετεξέλιξη της τροφοσυλλεκτικής δραστηριότητας του ανθρώπου σε ωφελιμιστική καλλιέργεια προϊόντων πάσης χρήσεως για την καθημερινή επιβίωση. Ο πρωτόγονος άνθρωπος αρχίζει να αναζητεί αφενός την βελτίωση του περιβάλλοντος όπου ζει και δραστηριοποιείται και αφετέρου να προβάλλει και να λατρεύει με κάθε τρόπο όλα τα φυσικά στοιχεία που του προκαλούν τον θαυμασμό. Τα γεωμετρικά σχήματα και η τακτική διάταξη των φυτών είναι τα χαρακτηριστικά των πρώτων κήπων που συνεχώς εξελίσσονται ακολουθώντας την πνευματική, οικονομική , φιλοσοφική και πολιτιστική πρόοδο των κοινωνιών. Από την γεωγραφική αυτή περιοχή της Ασίας θα διαχυθεί η ιδέα της δημιουργίας τόσο στην Ανατολή όσο και στην Eυρώπη για να καταλήξει τελικά στον τότε αναπτυσσόμενο γίγαντα, την Αμερικανική Ήπειρο. 
Οι συγγραφείς παρακολουθούν την σχεδιαστική εξέλιξη αλλά και την γεωγραφική εξάπλωση των συνεχώς ανανεούμενων ιδεών με μια κριτική ματιά και απλή περιγραφική ικανότητα που εισάγει αμέσως τον αναγνώστη στα μυστικά αυτής της τέχνης. Οι περιληπτικές , λιτές αλλά ουσιώδεις περιγραφές κηποτεχνικών έργων που αποτέλεσαν σταθμούς στην ιστορία της κηποτεχνίας εξηγούν και αναπτύσσουν την φιλοσοφία των σχεδιαστών τους και συνοδεύονται πάντοτε και από ανάλογο φωτογραφικό υλικό ( όχι πάντοτε καλής τεχνικής αποδόσεως ) αλλά και άλλα οπτικά στοιχεία ( σχεδιαγράμματα, χάρτες , πίνακες κλπ) που διευκολύνουν την πλήρη κατανόηση και αφομοίωση του κειμένου. Είναι ιδιαιτέρας αξίας οι παρατηρήσεις αυτές διότι επεξηγούν την ουσία του έργου αλλά και την φιλοσοφία της προσεγγίσεως κάθε περιπτώσεως. 
Η αναδρομή συνεχίζεται μέσα από τις διάφορες εξελικτικές σχολές , κινήματα και ρυθμούς ( Ιταλικός, Γαλλικός, Αγγλικός κλπ ) μέχρι τα χρονικά μέσα του 19ου αιώνα όπου συντελούνται οι κοσμογονικές αλλαγές στην σχεδιαστική τεχνοτροπία και την εμφάνιση της Αρχιτεκτονικής Τοπίου ως μετεξέλιξη της κηποτεχνίας αλλά και ως σημαντική και απαραίτητη επέμβαση στον νέο αστικό τρόπο ζωής στις αναπτυσσόμενες μεγαλουπόλεις αποτέλεσμα της βιομηχανικής επαναστάσεως. Αναφορικά με την ελληνική παρουσία στα τότε δρώμενα αναφέρεται ο Εθνικός κήπος , πολλές προτάσεις των Βαυαρών κατά την Οθωνική περίοδο που δεν υλοποιήθηκαν , εξοχικές βίλλες στην Θεσσαλονίκη , το ανάκτορο του Αχιλλείου στην Κέρκυρα αλλά και η διαμόρφωση του ανασκαφέντος χώρου της Αρχαίας Αγοράς στην Αθήνα αλλά βέβαια χρονικά πολύ αργότερα στα μέσα του περασμένου αιώνα.  
Ο αγρότης, δημοσιογράφος , ερευνητής αλλά και λάτρης του αγροτικού και βουκολικού τοπίου F.L.Olmstead , όπως ο ίδιος δήλωνε, θεωρείται ο θεμελιωτής της Α.Τ. δημιουργός του πρώτου αλλά καθοριστικού έργου στον τομέα αυτό , το Central Park της Ν.Υόρκης. Έκτοτε πολλοί μεγάλοι αρχιτέκτονες και τοπιολόγοι κατασκεύασαν πάμπολλα έργα τοπίου που απετέλεσαν κοσμήματα για τις μεγαλουπόλεις που δημιουργήθηκαν , αποτέλεσμα της μεγάλης οικονομικής ανθήσεως ιδιαίτερα στις αρχές και τα τέλη του προηγούμενου αιώνα. 
Περιγραφικά η αναφορά φθάνει μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα όπου και σταματάει. Δεν περιλαμβάνει την νεώτερη εξέλιξη των οροφόκηπων και των καθέτων κήπων που αποτελούν πλέον μια επανάσταση σχεδιασμού , μια νέα προσέγγιση στο αστικό τοπίο αλλά και τομή στην ανάδειξη του περιβάλλοντος και της γενικότερης εικόνας μιας πόλης .
Η προσεκτική μελέτη των στοιχείων του βιβλίου οδηγεί σε μια πλήρη κατανόηση της ανάγκης του ανθρώπου να συναλλαγεί με το περιβάλλον που ζει, άλλοτε μιμούμενος αυτό , άλλοτε προστατεύοντας το , άλλοτε επεμβαίνοντας στην δομή του αλλά πάντα με μια βασική επιδίωξη :
Να λατρέψει το περιβάλλον , να υποτάξει τη Φύση κατά το δυνατόν, να αμβλύνει τα προβλήματα που δημιουργεί η ανθρώπινη παρουσία και επεκτατικότητα, να επαναφέρει τον άνθρωπο πλησιέστερα στη Φύση. 
Βασικό στοιχείο της συγγραφικής προσπάθειας είναι η συνεχής υπογράμμιση της ανάγκης γνώσεως και χρήσεως μεγάλου αριθμού στοιχείων που παρεμβαίνουν ή συντελούν στην σωστή δομή ενός κηποτεχνικού ή τοπιολογικού έργου. Δεν αναφέρονται άμεσα αλλά προκύπτουν από την διαφορά σχεδιαστικής νοοτροπίας μεταξύ γεωγραφικών περιοχών , ιστορικών περιόδων, οικονομικών συγκυριών , κοινωνικών αναγκών ή τέλος εδαφοκλιματικών διαφορών. Οι διαφορές αυτές καθορίζουν και τον τρόπο προσεγγίσεως κάθε έργου που αναπτύσσεται με πολλές επεξηγηματικές αλλά και ουσιώδεις λεπτομέρειες . Ταυτόχρονα καταδεικνύει και πόσο λανθασμένη είναι η ελληνική άποψη ότι η ανθρώπινη παρέμβαση στο φυσικό περιβάλλον είναι μια απλή ενέργεια που μπορεί να γίνεται από τον καθένα αρκεί να δηλώσει προηγουμένως ότι είναι « καθ` ύλην αρμόδιος» ή αγαπά υπερβολικά τη Φύση. 
Οι συγγραφείς μας παίρνουν από το χέρι και μας οδηγούν ακολουθώντας την διαδρομή του ανθρώπου στην προσπάθεια του να μετουσιώσει το ανθρωπογενές σε θεϊκό. Σε κάθε βήμα μας υποδεικνύουν που να πατήσομε για να κάνομε το επόμενο στηριγμένοι στην σοφία που αποκτούμε εν τω μεταξύ από την ανάλυση των εκάστοτε στοιχείων. Αξίζει να το διαβάσομε με προσοχή και αφομοιωτική πρόθεση .
Γιάννης  Σπαντιδάκης
      Γεωπόνος - Κηποτέχνης


Ο Γιάννης Σπαντιδάκης αποφοίτησε από την Ανώτατη Γεωπονική Σχολή Αθηνών το 1960 ( Τμήμα Δενδροκομίας και Ανθοκομίας ) και το 1966 ανέλαβε  την Διεύθυνση Κήπων και Δενδροστοιχιών του Δήμου Αθηναίων και σχεδίασε τις βάσεις  του εκσυγχρονισμού της. Στην συνέχεια εργάσθηκε στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού ( 1970-1996) όπου απέκτησε μεγάλη πείρα από την διαχείριση ( μελέτη – επίβλεψη – κατασκευή - συντήρηση )  των μεγάλων κηποτεχνικών έργων που εκτελούσε ο ΕΟΤ την περίοδο εκείνη  σε όλη την Ελλάδα
Διετέλεσε επιστημονικός υπεύθυνος συντηρήσεως του  γηπέδου Γκόλφ Γλυφάδας ( 1963-1998 ) , επέβλεψε την κατασκευή των γηπέδων γκολφ  Αφάντου στη Ρόδο και   Πόρτο-Καρράς ( 1973-1976 ), δραστηριότητες από τις οποίες απέκτησε μεγάλη εμπειρία σε θέματα γκολφ και έγινε πρωτοπόρος σε θέματα   διαχειρίσεως χλοοταπήτων στη χώρα μας .
Σε όλη αυτή την περίοδο εργάσθηκε παράλληλα και ως ελεύθερος επαγγελματίας  συνεργαζόμενος  με τα πολλά μεγάλα αρχιτεκτονικά γραφεία.
Δίδαξε σε πολλά σεμινάρια κηποτεχνίας ( Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή, Διάφορα ΤΕΙ , ΧΕΝ Αθηνών και Κηφισιάς , ΕΛΚΕΠΑ κ.ά ) αλλά και στα αντίστοιχα  ερασιτεχνών και αγροτοπαίδων για μεγάλη χρονική περίοδο(1969-1982) στο Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών ( Ανάβρυτα).

Κυριότερες συγγραφικές  εργασίες:
1.      Σημειώσεις Ανθοκομίας – Χλοοτάπητες ( Πολυγραφημένες) ( ΙΓΕ - 1974 )
2.      Εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ    Σειρά εκλαϊκευτικών άρθρων κηποτεχνίας - 1985)
3.      Περιοδικό Γεωργική Τεχνολογία : Επιστημονικός συνεργάτης και αρθρογράφος επί σειρά ετών.
4.      Γράστις - Επιστήμη και Τεχνική του χλοοτάπητα (Εκδόσεις Σταμούλη – 1999) Εξαντλημένο
5.      Κηποτεχνικές κατασκευές ( Παραγγελία Παιδαγωγικού Ινστιτούτου 2000 ) σε συνεργασία με τους Π Μαρσέλο και Π.Νεκτάριο
6.      Φυτά κήπου και βεράντας ( Ένθετο περιοδικού VITA 2001 )
7.      Ελληνικός κήπος ( 2008) Εξαντλημένο
8.      Χλοοτάπητες ( 2011)

Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσης, Ιδρυτικό μέλος Συλλόγου Φίλων Κτήματος Τατοιου , Mediterranean Garden Society, Ελληνικού ICOMOS , Golf course Superintendents Association of America κ.ά.

         


      

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

ΣΧΕΔΙΑ - ΖΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ

Σαν παιδί δεν θυμάμαι να έπαιξα σε παιδική χαρά, αν και θυμάμαι μια παιδική χαρά δίπλα στο κτήριο του λιμεναρχείου της Καλαμάτας, μια κούνια μια τραμπάλα και ένα μύλο. Τα έβλεπα καθώς περνούσα με το αστικό λεωφορείο απέξω αλλά ποτέ δεν θέλησα να μπω μέσα. Ο χώρος μου φαινόταν τόσο καταθλιπτικός και σκοτεινός λόγω της βαριάς σκίασης που είχε από τα πεύκα και τους ευκαλύπτους. Δίπλα ακριβώς υπήρχε ένας κήπος , ο κήπος του λιμεναρχείου, ένα συρματόπλεγμα τους χώριζε, εκεί ήταν η δικιά μου παιδική χαρά. Θυμάμαι τη τσουλήθρα που κάναμε στις φαρδιές κουπαστές της σκάλας, το τρέξιμο γύρω γύρω από το στρογγυλό κεντρικό παρτέρι, τις κρυψώνες πίσω από τις ολοστρόγγυλες αγγελικές, τις τούμπες πάνω στο χλοοτάπητα, τις μυρωδιές.


ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ- ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

Οι πρώτες παιδικές χαρές φτιάχτηκαν το 1886 στη Βοστώνη, με την ονομασία sand garden στις φτωχογειτονιές  των μεταναστών, ο στόχος ήταν η μείωση της παραβατικότητας των παιδιών και η μείωση των ατυχημάτων από τους κινδύνους που καιροφυλαχτούσαν σε κάθε γωνιά της γειτονιάς. Γύρω στη δεκαετία του 70, μπήκε η έννοια της ασφάλειας, έτσι  μελέτες και έρευνες άρχισαν να επηρεάζουν τα σχέδια με στόχο το ασφαλέστερο παιχνίδι  για τα παιδιά. Αυτό σηματοδοτεί την αρχή της σύγχρονης εποχής  με μια  συνεχιζόμενη τάση που ισχύει μέχρι  σήμερα.


ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Στην πλειοψηφία οι παιδικές χαρές είναι:
       Μικρές σε έκταση (250-300 τ.μ)
        Απευθύνονται σε παιδιά ηλικίας 1-6 ετών.
       Ανύπαρκτο πράσινο εκτός αν προϋπήρχε
       Φανερή  έλλειψη σχεδιασμού
       Ανισοκατανομή στη πόλη και τη γειτονιά
       Χωρίς πρόβλεψη για παιδιά με ειδικές ανάγκες
       Κακές βιοκλιματικές συνθήκες
       Περιφραγμένες με ψηλά κάγκελα
       Αποστειρωμένο περιβάλλον
       Επίπεδο ανάγλυφο
       Υπερπροστασία και
       Ομοιομορφία

Τέσσερις παιδικές χαρές  της τελευταίας δεκαετίας στην Ελλάδα-τέσσερις διαφορετικές λογικές

ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Υπάρχουν τέσσερις κύριοι τύποι  παιδικών χαρών, οι  παραδοσιακές, οι  σύγχρονες, οι θεματικές και της περιπέτειας. Παρά το γεγονός ότι στα παιδιά αρέσει η περιπέτεια, οι παιδικές χαρές περιπέτειας δεν έγιναν ποτέ  δημοφιλής στις Ηνωμένες Πολιτείες για τρεις βασικούς λόγους. Πρώτον είναι ότι δεν θεωρήθηκαν αισθητικά αποδεκτές,  επειδή είναι γεμάτες από τυχαία κομμάτια υλικών,  δεύτερο γιατί οι γονείς δεν τις θεωρούν ασφαλείς και τρίτον γιατί θα πρέπει να υπάρχει εποπτεία  κατά τη διάρκεια της χρήσης της παιδικής χαράς . Η παραδοσιακή παιδική χαρά έχει δεχτεί αρκετή κριτική θεωρείται ξεπερασμένη με πολλές σκληρές επιφάνειες. Στις θεματικές παιδικές χαρές  αναπτύσσονται και νέες μορφές παιχνιδιού. Τα παιδιά εμπνέονται από το περιβάλλον, μπαίνουν σε ρόλους και αναπτύσσουν το μύθο.


ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ
  • Ασφαλής διαδρομή – σήμανση - διάβαση
  • Προσβασιμότητα
  • Ισοκατανομή  των παιδικών χαρών στη πόλη ή τη γειτονιά
  • Προστασία από θόρυβο, ανέμους, μόλυνση κλπ
  • Ηλικιακός διαχωρισμός
  • Κατάλληλο εμβαδό
  • Προσανατολισμός

Σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα σε κάθε παιδί αντιστοιχούν 7 m2, δηλαδή το μισό χώρο από ότι καταλαμβάνει ένα αμάξι. Υπολογίζοντας τι συμβαίνει στη γειτονιά μου, τη γειτονιά του Μακρυγιάννη, στο κέντρο της Αθήνας, ανακάλυψα ότι αντιστοιχεί μισό τετραγωνικό για κάθε παιδί.

ΑΡΧΕΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
       Αξιοποίηση χαρακτηριστικών του χώρου, του ανάγλυφου
       Κατάλληλη κλίμακα –συσχετισμό μεγεθών-διαφορετικά αντιληπτικά πεδία
       Ενότητα και αρμονία, ο τρόπος με τον οποίο το μερικό συνδέεται με το συνολικό
       Παιχνίδι χωρίς αποκλεισμούς
       Σχεδιασμός με τα μάτια των παιδιών
       Διαχωρισμός  με βάση την ηλικία - ηλικιακή αλληλοεπικάλυψη
       Αντικρουόμενες δραστηριότητες
       Ανοιχτές οπτικές
       Ανθεκτικότητα υλικών και κατασκευών



ΖΩΝΕΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ
Η περιοχή του παιχνιδιού θα πρέπει να οργανωθεί σε διαφορετικά τμήματα για πρόληψη των τραυματισμών που προκαλούνται από αντικρουόμενες δραστηριότητες και τα παιδιά.
Διαμορφώνονται 
       Μεταβατικές ζώνες
       Φυσική ζώνη
       Ζώνη δημιουργικού παιχνιδιού
       Άσκησης, ευκαιρίες για σωματικές δραστηριότητες, όπως ολίσθηση, αναρρίχηση θα πρέπει να διαχωρίζεται από τη
       Ζώνη άνεσης και ηρεμίας
       Εξοπλισμός  υπηρεσιών
       Σκληρή ζώνη, δραματική,
 Επιπλέον, δημοφιλή παιχνίδια, σύνθετες κατασκευές ή  δραστηριότητες θα πρέπει να διασπείρονται να αποφεύγεται ο συνωστισμός σε οποιαδήποτε περιοχή, οι  κούνιες θα πρέπει να βρίσκεται σε  μια γωνία ή πλευρά, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι κατάλληλες ζώνες χρήσης γύρω από τον εξοπλισμό διατηρούνται. Οι είσοδοι  θα πρέπει να βρίσκεται σε μη κορεσμένο χώρο. 

Μπορεί το ΠΡΑΣΙΝΟ να αποτελέσει  ΔΟΜΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ  ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

Φυσικά και μπορεί
       Αξιοποίηση και ένταξη υπάρχουσας βλάστησης στο σχεδιασμό
       Δημιουργία ήσυχων περιοχών
       Λαβύρινθο
       Ελικοειδή διαδρομή
       Κήπο των αισθήσεων
       Σκιασμένους χώρους
       Καλύτερες βιοκλιματικές συνθήκες
στοές, περάσματα, σκιές, λόφοι, μπορεί να γίνουν αντικείμενο  παιχνιδιού αλλά και τα φυτά μπορούν να λειτουργήσουν ενεργοποιώντας τις αισθήσεις ενός παιδιού.

ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΦΥΤΩΝ 
       Αποφυγή δέντρων που προσφέρονται για σκαρφάλωμα
       Τήρηση αποστάσεων των δέντρων από τον εξοπλισμό
       Όχι στη χρήση φυτών με αγκάθια, τοξικά μέρη, ή φυτά που μπορεί να προκαλέσουν αλλεργίες
       Όχι σε φυτά που είναι ευαίσθητα σε εντομολογικές και φυτοπαθολογικές ασθένειες


Η Δανή αρχιτέκτονας τοπίου Helle Nebelong έχει σχεδιάσει μερικούς  βραβευμένους δημόσιους χώρους παιχνιδιού, στην Κοπεγχάγη, εμπνευσμένα από τα φυσικά περιβάλλοντα. Απορρίπτει την τυποποίηση, υποστηρίζοντας ότι  μπορεί να δημιουργήσει τους δικούς του κινδύνους. 
Ξύλο, πέτρες, νερό, χώμα μπορούν να διαμορφώσουν φυσικά περιβάλλοντα και να εξάψουν τη φαντασία των παιδιών για δημιουργικό παιχνίδι.

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Η Επιλογή εξοπλισµού, θα πρέπει να γίνεται με κριτήριο την ηλικία των χρηστών, την πρωτοτυπία, την εναλλαγή των δραστηριοτήτων και βέβαια να  πληρούνται  οι απαιτήσεις ασφάλειας σύµφωνα µε τα ευρωπαϊκά πρότυπα. 

ΔΑΠΕΔΑ
Όλα τα υλικά δαπεδόστρωσης έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Ο μελετητής  θα πρέπει τελικά να αξιολογήσει τους παράγοντες ασφάλειας που θα επηρεάσουν τον τύπο ή τους τύπους των επιφανειών  που θα χρησιμοποιήσει. Μεταξύ των παραγόντων αυτών είναι η θέση του στην παιδική χαρά, η δυνατότητα αποστράγγισης, το   κόστος εγκατάστασης και συντήρησης, το προσδόκιμο ζωής, οι  προσβάσιμες διαδρομές στην παιδική χαρά, η θερμοκρασία περιβάλλοντος, η  ασφάλεια, η επισκεψιμότητα, οι ηλικίες των χρηστών το ύψος του εξοπλισμού.



ΤΕΧΝΗ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ




ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΧΑΡΕΣ ΓΙΑ ΌΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Όταν μιλάμε για παιδικές χαρές για όλα τα παιδιά δεν θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας μόνο τα παιδιά που έχουν κινητικές δυσκολίες, υπάρχουν και τα παιδιά που έχουν αισθητηριακές αναπηρίες ή παιδία με αυτισμό.

Κινητικές δυσκολίες
       Ράμπα με κλίση μέχρι 5%
       Πόρτα με καθαρό άνοιγμα 0,9-1 μ
       Διάδρομοι άνετοι, ασφαλείς, ισόπεδοι
 με ελάχιστο πλάτος 1,30μ

Αισθητηριακές αναπηρίες
       Κήπο των αισθήσεων

       Παιδιά με αυτισμό
       Ήρεμα καταφύγια

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ


ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Η μελέτη και η κατασκευή των παιδικών χαρών είναι υπευθυνότητα  των γεωτεχνικών
σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία ΕΟΚ 45112723-9 landscaping work for playgrounds.




ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Η ασφάλεια ενός παιδιού είναι αδιαπραγμέτευτο ζητούμενο, όμως πέρα από τη σωματική υπάρχει και η συναισθηματική ασφάλεια, την οποία συνήθως ξεχνάμε. Η τυποποίηση στην κίνηση είναι επικίνδυνη, διότι το παιχνίδι γίνεται απλοποιημένο και το παιδί δεν χρειάζεται να ανησυχεί  για τις μετακινήσεις του. «Όταν η απόσταση μεταξύ όλων των σκαλοπατιών ή των κενών  σε ένα δίχτυ αναρρίχησης ή μια σκάλα είναι ακριβώς η ίδια, το παιδί δεν έχει ανάγκη να επικεντρωθεί για  το πού βάζει τα πόδια του.Τα παιδιά χωρίς την ανάληψη ρίσκου δεν μπορούν να μάθουν  τις δυνατότητές τους. Υπάρχει διαφορά άλλωστε ανάμεσα στην πρόκληση και τον πραγματικό κίνδυνο. 


Θα πρέπει να αποφασίσουμε τι παιδιά θέλουμε να μεγαλώσουμε, η υπερπροστατευτική κοινωνία μας φαίνεται να εγκλωβίζει τα παιδιά σε ένα κόσμο γεμάτο ανασφάλειες, έλλειψης αυτοεκτίμησης, επιθετικότητας, άγχους κλπ.

Είναι απογοητευτικό 50 χρόνια μετά την κατασκευή της παιδικής χαράς του Πικιώνη, να μην έχουμε καταφέρει να φτιάξουμε μια παιδική χαρά τουλάχιστον εφάμιλλη. Το πρόβλημα δεν είναι σίγουρα τεχνικό αλλά ιδεολογικό.


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

       Νέα αντίληψης στο σχεδιασμό
       Πλήρεις μελέτες
        Περισσότερο χώρο στα παιδιά
       Διεύρυνση της ηλικιακής ομάδας
       Συμμετοχικές διαδικασίες
       Σωματική  και  ψυχική ασφάλεια
   



 ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΤΟ ΚΟΣΜΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΑΣ





ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ
γεωπόνος- αρχιτέκτων τοπίου







Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Σχολικός κήπος

Σχολικός κήπος


Πολύ συχνά, θυμάμαι ακόμα και σήμερα την αυλή του σχολείου μου, παρόλο που  έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε που την άφησα. Τον Σεπτέμβρη όταν επιστρέφαμε από τις καλοκαιρινές διακοπές βρίσκαμε πράσινες μπανάνες που μάταια περιμέναμε να ωριμάσουν, γιατί τις προλάβαιναν τα πορτοκάλια και το κρύο κατά τα τέλη Οκτώβρη. Πριν τα Χριστούγεννα το χώμα κατά μήκος του φράχτη μαύριζε από τις πατημένες ελιές. ακολουθούσε μια περίοδος χειμερίας νάρκης μέχρι την άνοιξη που μας ξυπνούσαν τα ζωηρά χρώματα των τριαντάφυλλων, τα μεθυστικά αρώματα των ξινών ενώ δεν έλειπε ο λαχανόκηπος τον οποίο φρόντιζαν η Πέμπτη και η έκτη τάξη Δημοτικού. Από τη δεκαετία του 70 στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, οι κοινωνικές συνθήκες, τα εκπαιδευτικά πρότυπα και οι ανάγκες  άλλαξαν σε σχέση με το σήμερα.  Τότε το εκπαιδευτικό μας σύστημα στόχευε να μας μάθει τη βιολογία των φυτών  και να μας εξοικειώσει με αγροτικές εργασίες.

Σήμερα η αυλή του σχολείου,  αποτελεί το πιο υποτιμημένο τμήμα του σχολείου. Στην πλειοψηφία τους οι σχολικές αυλές είναι τσιμεντοστρωμένες και ασφαλτοστρωμένες επιφάνειες,  με κάποιες μπασκέτες ή  τέρματα ποδοσφαίρου σε μιαν άκρη και με ελάχιστη βλάστηση. Τα παιδιά φεύγουν από το σχολείο μετά από έξι χρόνια χωρίς να έχουν αφήσει κανένα ίχνος πίσω τους αλλά και χωρίς να πάρουν μνήμες από την αυλή του σχολείου.

 Τμήμα από αυλή σχολείου της Αθήνας      Σχολική αυλή σε χωριό, με συνθετικό τάπητα

 Θα πρέπει να  θεωρήσουμε την αυλή σαν ένα εργαλείο στα χέρια του δασκάλου, μια ακόμα τάξη,  την πιο σημαντική ίσως για να πειραματιστούν τα παιδιά να συνδέσουν τη θεωρία με την πράξη, να χαλαρώσουν κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου, να αναπτύξουν την κοινωνικότητά τους. Η αυλή θα πρέπει να μεταμορφωθεί σε πολυλειτουργικό χώρο  που θα έχει την ικανότητα να  μεταπλάθεται ανάλογα με τις δραστηριότητες και να συνδέεται αμφίδρομα τόσο με το κτήριο του σχολείου όσο και με τη γειτονιά. ανάλογα με τις ανάγκες. Στη σχολική αυλή ο δάσκαλος μπορεί να διδάξει τους μαθητές του διαδραστικά, δίνοντας τους ερεθίσματα όχι μόνο στο μάθημα της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης αλλά και σε άλλα μαθήματα. Πρόσφατα ένας δάσκαλος μου εξήγησε με πιο  τρόπο δίδαξε γεωμετρία  κατασκευάζοντας ένα λαχανόκηπο στην αυλή του σχολείου. 
Τα παιδιά  εκπαιδεύονται να κάνουν ανακύκλωση, να βρίσκουν τρόπους για να εξοικονομούν  ενέργεια, μιλάνε για φυτεμένα δώματα, για κομποστοποίηση, για τη συμβολή του πρασίνου στη ζωή τους, για υγιεινή διατροφή, και δεν έχουν την ευκαιρία να πιάσουν λίγο χώμα στα χέρια τους, να νιώσουν τη πλαστικότητά του, και τη δυναμική του σαν υλικό.
Η σχολική κοινότητα γνωρίζει τη σημασία του σχολικού κήπου, για αυτό τελευταία, έχουν γίνει αξιέπαινες προσπάθειες από δασκάλους και καθηγητές προς αυτή τη κατεύθυνση.
Ο σχολικός κήπος στο 9ο δημοτικό σχολείο Ρεθύμνου είναι έργο των δασκάλων.


Προμελέτη Φύτευσης σε βρεφονηπιακό σταθμό του δήμου Γλυφάδας (Σχεδιασμός Urban Point)

 Σχεδιασμός περιβάλλοντος χώρου του 1ου παιδικού σταθμού της Αθήνας στα πλαίσια μνημονίου συνεργασίας του Δήμου με την Πανελλήνια Ένωση Επαγγελματιών Πρασίνου (ΠΕΕΓΕΠ). Μελέτες για δεκατρία σχολεία παρέδωσε η ΠΕΕΓΕΠ στο Δήμο της Αθήνας, που παραμένουν στα συρτάρια των υπηρεσιών του.

Θεματικός κήπος σε σχολείο για παιδιά με ειδικές ανάγκες( Σχεδιασμός Urban Point)


  Μεταμόρφωση τμήματος της σχολικής αυλής σχολείου της Νίκαιας. (Σχεδιασμός Urban Point)


Ο σχεδιασμός και η μελέτη του περιβάλλοντα χώρου επιβάλλεται, αν θέλουμε να υπάρχει ένα βιώσιμο και ποιοτικό αποτέλεσμα. Η πρακτική που εφαρμόζεται με λίγα διάσπαρτα δέντρα και κάποιες πικροδάφνες δε συγκροτούν σχολικό κήπο.

Ο σχεδιασμός θα πρέπει να εστιάζει:
·         Στη βιοκλιματική βελτίωση του χώρου
·         Στην ασφάλεια των χρηστών στο χώρο
·         Στην εξασφάλιση όσο το δυνατό περισσότερου ελεύθερου χώρου
·         Στην οριοθέτηση χρήσεων και λειτουργιών
·         Στην απόκρυψη δυσάρεστης θέας
·         Στη ενοποίηση του κήπου με τους πεζόδρομους στις  εισόδους  των  σχολείων
·         Στην δραστηριοποίηση των μαθητών στον κήπο στα πλαίσια της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης.
Επιβάλλεται να γίνει επαναπροσδιορισμός των αναγκών, των χρήσεων, των λειτουργιών του περιβάλλοντος χώρου του σχολείου. Τα σημερινά παιδιά περισσότερο από ποτέ έχουν ανάγκη να συνδεθούν με φυσικά στοιχεία, να τα παρατηρήσουν, να πάρουν υλικό από αυτά, να ανακαλύψουν την χρηστική αξία ενός φυτού που δίνει καρπούς, αλλά και ενός άλλου που μπορεί να μη δίνει αλλά η σημασία του μπορεί να είναι εξίσου σημαντική.
Οι αυλές των σχολείων πρέπει να ξαναζωντανέψουν, οι δήμοι πρέπει να το βάλουν στις προτεραιότητές τους, τα οφέλη είναι τόσα πολλά και είναι έργο μικρού  κόστους.


Κινητοί  λαχανόκηποι μέσα σε οικοδομικά καρότσια


Φυτοδοχείο από ανακυκλώσιμο λάστιχο 
  
     Φωλιές πουλιών στα δέντρα της αυλής



Katsogianni Stavroula
Agriculturist-Landscape Architect
http://urbanpoints.blogspot.gr/



Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

ΑΤΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΟ

  
ΑΤΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΟ (του Αντώνη Β. Καπετάνιου)
Οι αρχαιολόγοι, με πρώτον τον Κωνσταντίνο Κοντόπουλο, έθιξαν το έτος 1885 το ζήτημα της προστασίας του αττικού τοπίου, που είχε σχέση με τη διαφύλαξη της ακεραιότητας των λόφων του λεκανοπεδίου. Βέβαια, η άποψη ως προς την προστασία τούτων, παρουσιάζει την εξής διττή εκδοχή: προστασία νοείται η de facto και χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις διατήρηση της μορφής και των περιγραμμάτων των λόφων που συγκροτούν και συνθέτουν το λεγόμενο αττικό τοπίο, στα πλαίσια του οφειλόμενου σεβασμού στο ιστορικό παρελθόν, ή η αποκατάσταση αυτών (π.χ., με φυτεύσεις) για την ανάδειξη του αττικού τοπίου, αποτελεί την ουσιαστική πράξη οφειλής;
        Ο Δ. Πικιώνης, για παράδειγμα, ο οποίος –παρά τα λόγια του τούτα–, αργότερα φρόντισε ώστε να φυτευτούν οι υπώρειες του βράχου της Ακρόπολης και να συμπληρωθούν οι αναδασώσεις στους λόφους που τον περιβάλλουν, είχε εκφράσει το έτος 1946 την παρακάτω άποψη: «…Διότι εις την χώραν της διαυγείας, το παν ευρίσκεται εις φανεράν ανταπόκρισιν προς τα άλλα και τα μακράν κείμενα. Δεν είναι λ.χ. αδιάφορον διά την Ακρόπολιν τι θα κτισθεί επί του Λυκαβηττού. Η δενδροφύτευσις του τελευταίου φαίνεται, διά τους από του Σαρωνικού θεωμένους το λεκανοπέδιον, ως μελανόν στίγμα όπισθεν της Ακροπόλεως, το οποίον καταστρέφει την λοιπήν αρμονίαν του τοπίου…» («Εισήγησις της Αισθητικής Επιτροπής της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού επί των αρχών επί των οποίων πρέπει να βασισθούν τα νομοθετικά μέτρα προασπίσεως της Αισθητικής της Χώρας εις τας τουριστικάς ζώνας», Αθήνα 1946).        Κατά πρώτον, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι –κατά το μάλλον ή ήττον– οι λόφοι του λεκανοπεδίου, έφεραν κάποτε βλάστηση (τούτο καταδεικνύεται από ιστορικές πηγές). Η συνύφανση, συνεπώς, της λιτότητας του αττικού τοπίου με τη γυμνότητα των λόφων του, δε θα πρέπει να υποστηρίζεται απόλυτα, όταν μάλιστα η βλάστηση των κωνοφόρων (πεύκο ή κυπαρίσσι), καθώς και των αειφύλλων πλατυφύλλων, με την απέριττη παρουσία τους, δεν αποκλείει τη λιτότητα τούτη –θα υποστηρίζαμε μάλιστα ότι αποτελεί στοιχείο που την αναδεικνύει. Η συνάρτηση της λιτότητας του αττικού τοπίου με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, μοιραία συσχετίστηκε με τις γενόμενες ανατροπές, τις οποίες οι άνθρωποι –οι ίδιοι που δημιούργησαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, οι πρόγονοί τους και οι επίγονοι– διαμόρφωσαν.
        Προς τι, λοιπόν, ο πόλεμος στο πράσινο; Έβλαψε δηλαδή η μεσογειακού τύπου βλάστηση που εγκατέστησε ο Πικιώνης στην Ακρόπολη; Έβλαψε το πευκοδάσος που περιέκλεισε το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου; [«Η Επίδαυρος ήταν δάσος, από το οποίο απομένουν ελάχιστοι θάμνοι», ήταν η μαρτυρία του Γάλλου λογοτέχνη και ιστορικού Αντρέ Μπωνιέ κατά την επίσκεψή του στην Επίδαυρο στις αρχές του 20ου αιώνα (Μπωνιέ Αντρέ, «Το χαμόγελο της Αθηνάς», έκδοση του Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, αχρονολόγητο)].
          Έβλαψε ο θαυμαστός κήπος που πλαισίωσε τις Στήλες του Ολυμπίου Διός; Έβλαψε το λιτό πράσινο που αναπτύχθηκε στους βράχους του Φιλοπάππου, του Ιππείου Κολωνού κ.ά.; Υπογραμμίζουμε τη μεγάλη προσπάθεια που διήγαγε στις αρχές του 20ου αιώνα ο Δήμος Αθηναίων, επί δημαρχίας Σπ. Μερκούρη, για την ανάπτυξη πρασίνου σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους της πρωτεύουσας…
          Η άποψη που διατυπώθηκε από τη βασίλισσα Αμαλία, η οποία όταν αντίκρισε τους γυμνούς λόφους του λεκανοπεδίου είχε πει: «…η γυμνότης δεν βλάπτει το σχήμα των λόφων», διαμόρφωσε μιαν ολόκληρη φιλοσοφία, που λειτούργησε ως «στεγανό», γύρω από το θέμα αυτό (η Αμαλία ήταν η πρώτη που έθεσε το ζήτημα κατ’ αυτό τον απόλυτο τρόπο. αργότερα, νεωτεριστικές απόψεις ενίσχυσαν την αρχική κείνη άποψη [ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης υποστήριζε το έτος 1966 πως είναι θέαμα τραγικό και απαράδεκτο να φυτεύονται και να πλαισιώνονται οι αρχαιολογικοί χώροι με δένδρα, διότι το δάσος της Ελλάδας είναι ο γυμνός ελληνικός βράχος!]) Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι τότε βασιλείς, φαίνεται να είχαν μιαν περίεργη (sic) άποψη για το πράσινο.

        Όπου αυτό τους εξυπηρετούσε και το ήθελαν, το βοηθούσαν και πρωτοστατούσαν στη δημιουργία του, ξοδεύοντας μάλιστα τεράστια ποσά για τη διαμόρφωση και την προαγωγή του (βλέπε τον Εθνικό Κήπο, το Κτήμα της Βασιλίσσης, τις δενδροφυτεύσεις των οδών κ.ά.) Όπου, όμως, αυτό επιζητούνταν από το λαό, εκφραζόταν απόψεις όπως η προηγούμενη της Αμαλίας. Σε σχέση με αυτή την υποκριτική συμπεριφορά των βασιλέων, αρκεί ν’ αναφερθεί ότι κατά τον αρχικό σχεδιασμό του βασιλικού κήπου προβλέφτηκε η δημιουργία ενός κήπου περίπου 20 στρεμμάτων που θ’ ανήκε στ’ ανάκτορα, καθώς και η δημιουργία, σε συνεχεία αυτού, ενός μεγάλου δημοσίου κήπου που θα ανήκε στο λαό. Οι βασιλείς, όμως, σκέφτηκαν ότι «τους έπεφταν λίγα» τα 20 στρέμματα του ανακτορικού κήπου και δημιούργησαν έναν τεράστιο βασιλικό κήπο, αυστηρά δικό τους, ενώ –τι υπεροπτική συμπεριφορά!- στο λαό έδωσαν το έτος 1846 τον κήπο της πλατείας Συντάγματος!!! 
        Η υστερία κατά του πρασίνου ξεκίνησε νωρίς, με το φύτεμα του βασιλικού κήπου. Οι απλοί Αθηναίοι δεν τον συμπαθούσαν, διότι τα έξοδα για τη δημιουργία του ήταν μεγάλα και δυσβάσταχτα για το νεοσύστατο φτωχό ελληνικό κράτος και κατ’ επέκτασιν για τη δική τους τσέπη. Δεν είχαν, δε, και πρόσβαση σε αυτόν, δεν τον απολάμβαναν. Γιατί λοιπόν να τον συμπαθήσουν; Την αντιπάθειά τους ενίσχυαν οι απόψεις επιφανών περιηγητών, όπως π.χ. του Θεόφιλου Γκωτιέ, ο οποίος φέρεται να προσεβλήθη διότι φυτεύτηκαν πρασινάδες σ’ ένα τόσο γραφικό σημείο της πόλης (εκεί όπου αναπτύχθηκε ο βασιλικός κήπος), χαλνώντας τα τόσο ωραία βράχια!..
        Ομοίως, ο Εντμόντ Αμπού σημείωνε για τον Βασιλικό Κήπο: «Δίχως αμφιβολία, θα ήταν ίσως καλύτερα να αφήνονταν το πεδίο όπως ήταν, γυμνό και ακαλλιέργητο, καμένο και γεμάτο εδώ και κει από μερικά άγρια φυτά». Ο δε αρχαιολάτρης λογοτέχνης Περικλής Γιαννόπουλος, αφαιρούσε κρυφά τη βλάστηση που είχε φυτευθεί επί και πέριξ των τειχών της Ακρόπολης, για να μη θιχτούν –όπως έλεγε– τ’ αρχαία μνημεία! 
        Η ιστορική και η αισθητική διάσταση που προσδίδεται από τους εκφραστές των παραπάνω απόψεων στο αττικό τοπίο, με τη γυμνότητα που το χαρακτηρίζει, θεωρείται ως λόγος ικανός για τη διατήρησή του ως τέτοιο (δηλαδή γυμνό) και την εξ αυτού του λόγου απόρριψη του πρασίνου. Η σημασία του πρασίνου όμως, και ο σημαντικός ρόλος που επιτελεί, θεωρούνται πράματα δεδομένα, αυτονόητα κι αυταπόδεικτα και δεν απαιτείται –πιστεύω– να επιχειρηματολογήσει κανείς για να γίνουν αποδείξιμα ή κατανοητά.
        Εν προκειμένω, από τους υποστηρικτές της παραπάνω άποψης, θεωρείται ότι ο ειδικός ρόλος του πρασίνου, δε θα πρέπει να επιτελεσθεί στο «τοπίο των βράχων». 

Φωτό:Wikipedia
          Διαφορετική ήταν η αντίληψη σε σχέση με τα παραπάνω των συντακτών του πρώτου σχεδίου της πόλης των Αθηνών, Κλεάνθη και Σάουμπερτ, η οποία διατυπώνεται στο μνημόνιο που υπέβαλλαν προς την Αντιβασιλεία.
          Ανέφεραν χαρακτηριστικά: «Η νότια πλευρά της πόλης θα χρησίμευε –αφού φυτευόταν μετά το τέλος των ανασκαφών με δένδρα και διαμορφωνόταν με αλέες γύρω από το βράχο- σαν περίπατος. Για τον περίπατο γύρω από το κάστρο θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν δένδρα, που ν’ αντέχουν και χωρίς νερό, έτσι ώστε οι ωραίοι βράχοι της Ακρόπολης να προβάλλουν στεφανωμένοι από πράσινο…»

        Ο Βαυαρός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος, έδωσε μιαν άλλη διάσταση: την αισθητική συνύπαρξη μνημείου-πρασίνου. Υποστήριζε: «Κάθε Φθινόπωρο θα φυτεύονταν με δένδρα και θάμνους το ανασκαπτόμενο ως τότε έδαφος ανάμεσα στα αρχαία μνημεία (το προκύπτον από τις ανασκαφές στο χώρο της Ακρόπολης). Τα δένδρα και οι θάμνοι θα φυτεύονταν ομαδικά σε μετρημένες αποστάσεις, έτσι ώστε η αναδημιουργούμενη πόλη ούτε να δείχνει σα μια γυμνή επιφάνεια, ούτε να μετατραπεί σε δάσος. Πάνω στα υψηλότερα φυσικά πλατώματα της Ακρόπολης, κάτω από τα γυμνά της βράχια, από τη σπηλιά του Πάνα έως το θέατρο του Διονύσου, μπορεί να γίνει, με λίγο κόπο, ένα σκιερό πέρασμα. Λαμπρά θα προβάλλουν τότε τα κιτρινόγκριζα βράχια της Ακρόπολης και τα ανοιχτόχρωμα χρυσοκίτρινα τείχη, με τα ακανόνιστα γραφικά πλευρά, από τη σκοτεινόχρωμη βλάστηση. Και από πάνω τους, ψηλά, οι επιβλητικές κολώνες του Παρθενώνα. Τι γοητευτική θέα θα ανοίγεται από τούτο το σύδεντρο για τον διαβάτη! Θέα της αρχαίας και της νέας πόλης στα πόδια του, και πέρα από αυτήν η πλατειά πεδιάδα με τον σκοτεινόχρωμο Ελαιώνα και απόμακρα οι γαλάζιες κορυφές του Κιθερώνα, της Πάρνηθας και της Πεντέλης. Η Αθήνα θα διαθέτει ένα πάρκο, διδαχτικό και αξιοπρόσεκτο ταυτόχρονα, χάρις στα ερείπια της αρχαιότητας, όπως κανένα άλλο, και πλούσιο σε φυσικές καλλονές, όπως λίγα άλλα».

         Η βαρύνουσα –αν κι όχι κυρίαρχη- άποψη για το πράσινο των Αθηνών, συνοψίζονταν στα εξής:«…η δάσωσις των λόφων της πρωτευούσης χαλνά την εικόνα τους, χωρίς να εξυπηρετεί κάποιον ουσιαστικό σκοπό». Η φιλοσοφία αυτή αποτέλεσε τη «σημαία» για τον εξοβελισμό του πρασίνου από τη γη των Αθηνών.
         Οι διώκτες του το κυνήγησαν (πολλές φορές, για την εξυπηρέτηση μικροσυμφερόντων), ως μη συμβατό με τη φυσιογνωμία του αττικού τοπίου!!! Είναι χαρακτηριστικό τούτο, που καταδεικνύει τη σύγχυση των ανθρώπων εκείνων, σ’ ότι αφορά τη θεώρηση του αττικού τοπίου. Ότι, ενώ από τη μια πλευρά ενέτασσαν σε αυτό τη λιτή, π.χ., βλάστηση των πεύκων, από την άλλη την αποκήρυτταν και κατέκριναν την τυχόν μελλοντική εγκατάστασή της στην αττική γη. Αναφέρεται ως παράδειγμα η περίπτωση του λογοτέχνη Κώστα Ουράνη. Αυτός, στα ταξιδιωτικά του κείμενα της δεκαετίας του ’30 (Ουράνη Κ., «Ταξίδια: Ελλάδα», έκδ. «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», εκδοση 6η, Αθήνα 1986), εντάσσει στο αττικό τοπίο το πεύκο. Λέγει: «Ένα χώμα κοκκινωπό, πιο πέρα μερικά σπίτια που τα κεραμίδια τους ξεχωρίζουν ανάμεσα από πεύκα. Στο βάθος, γαλαζόμαυρη, με τ’ άσπρα τραύματα των λατομείων στους κόλπους της, η Πεντέλη, κι επάνω, ένας ουρανός γαλανός, φωτεινός κι απέραντος…»

         Σε άλλο σημείο των κειμένων του όμως, δεν αποδέχεται (με λόγο, ομολογουμένως, διαποτισμένο από την ανόητη έπαρση του διανοητή) την αναδάσωση του Υμηττού: «…Η αττική όμως φύση δεν έχει τίποτα το αισθηματικό –κι ακόμα λιγότερο το γραφικό. Είναι λιτή, τόσο λιτή, που στα μάτια των κοινών ανθρώπων φαίνεται γυμνή και φτωχή. Παράδειγμα η Αθηναία εκείνη κυρία, που ακούγοντας τον Μωρεάς να εξυμνεί την ομορφιά του Υμηττού, του παρατήρησε πως θα ήταν “πολύ ωραιότερος” αν τον αναδάσωναν. Ο Μωρεάς συγχύσθηκε από αυτή την παρατήρηση και της απάντησε με περιφρονητική ειρωνεία: 
Το ίδιο μου είχε πει κι ένας γνωστός μου ζυθοπώλης στο Παρίσι.  Η καημένη η κυρία δεν άξιζε τόση αγανάκτηση. Η ομορφιά του αττικού τοπίου της ξέφευγε. Για να μπορέσει να τη νιώσει, της χρειαζόταν μια πνευματική προπαρασκευή, που της έλειπε…» 
      Επί τούτου, όμως, δε θα πούμε περισσότερα. Τα όποια επιχειρήματα περιττεύουν μπρος στη σοφή συμβουλή του Γρηγορίου Ξενόπουλου (διατυπώθηκε το έτος 1914): «Υπάρχουν τώρα και μερικοί που νομίζουν ότι η Ελλάς πρέπει να διατηρήσει τη γυμνότητά της, το φαιόν εκείνο ή υποκίτρινον χρώμα της, που το ευρίσκουν ωραίον και χαρακτηριστικόν. Μη τους ακούτε! Οι άλλοι που έχουν την ιδέαν, ότι πρέπει να πρασινίσει, έχουν και το μεγαλύτερο δίκιο…» 

       Αρκετά νωρίτερα, το έτος 1830, ένας περιηγητής, ο βαρώνος Ωβ, είχε εκφράσει περίπου την ίδια με τον Ξενόπουλο άποψη. «Το πιο αναγκαίο απ’ όλα θα ήταν ν’ ανοίξουν πηγάδια οι Αθηναίοι και να φυτέψουν εκατομμύρια δένδρα…», υποστήριζε. Αλλά και ο Άγγλος ευγενής Έντουαρντ Νόελ το 1831, είχε κατά τον ίδιο τρόπο τοποθετεί: «Είμαι πολύ ικανοποιημένος με την Αθήνα, οφείλω να το παραδεχτώ, όμως αν είχε λίγο περισσότερο πράσινο, θα ήταν πραγματικά όμορφη. Δένδρα, δένδρα χρειάζονται παντού, και φοβάμαι ότι θα πάρει πολύ καιρό μέχρι να το δούμε…»
      Στα τέλη του 19ου αιώνα, λοιπόν, και στις αρχές του 20ου, ξεκίνησε η μεγάλη προσπάθεια για να πρασινίσει η γυμνή Αθήνα –όπου ήταν δυνατό και το μπορούσε. Με σεβασμό στην ιστορία, στο χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία της. Όμως, αλλοίμονο!, στο τέλος η μεγαλειώδης κείνη προσπάθεια απαξιώθηκε και κατέπεσε. Όχι διότι η αττική γη δεν επιδεχόταν την αναμόρφωση, αλλά διότι ο κάτοικός της δε μπορούσε να συμπορεύεται με το πράσινο! Δε στέριωσε το πράσινο στην αδικημένη αττική γη. Οι ορδές των νεοελλήνων, όχι μόνο δε συνέχισαν την άξια προσπάθεια των προγόνων, αλλά, σε πολλές περιπτώσεις κατέστρεψαν ότι με κόπο δημιουργήθηκε, καλύπτοντας τη γη αυτή με το μπετόν και την άσφαλτο του πολιτισμού τους.
       Δέστε όμως, από τη ματιά του μυθιστοριογράφου πώς αντιλαμβανόταν ο Αθηναίος αστός του 19ου αιώνα την προσφορά του δένδρου της πόλης, και πως εκφραζόταν η επιθυμία του για το πράσινο αυτής (τότε, που στις προτεραιότητες του νου και της καρδιάς, είχαν θέση τ’ απλά κι ονειρικά πράματα…), και συγκρίνετε κείνο το συναίσθημα με το αντίστοιχο του σημερινού αστού: «Η οδός Σταδίου ήτο εν τη ακμή της τύρβης ήτις την χαρακτηρίζει. Το δεξιόν πεζοδρόμιον κατάμεστον περιπατητών πηγαινοερχομένων. Ημέρα λιακάδας από τας σπανιοτέρας χειμερινάς. Αι μικραί ακακίαι επρασίνιζον δυνατά εκατέρωθεν των πεζοδρομίων. Ο Σβούρας έρριψεν εν βλέμμα επί της δεξιάς πλευράς των δένδρων, καθώς ανήρχετο, και είπε με το νου του πότε θα μεγαλώσουν, να καλλυνθή, να ευτρεπισθή η περίκομψος λεωφόρος, η τόσο αγαπητή εις τους Αθηναίους» (από το μυθιστόρημα του Γεράσιμου Βώκου «Ο κύριος Πρόεδρος», Αθήνα 1893, επανέκδοση από τις εκδόσεις «Σοκόλη», Αθήνα 2004).  
     Ο πάντα επίκαιρος μα και καυστικός λόγος του Εμμανουήλ Ροΐδη, ο αναφερόμενος στη σκαιά αντιμετώπιση της ελληνικής (και δη της αττικής) φύσης από τον Έλληνα πολίτη, ας αποτελέσει τον επίλογο τούτου του δοκιμίου: «…Πολύ τεχνοκρίται κατηγόρησαν τους αρχαίους ως ανίκανους να αισθανθώσι και να υμνήσωσι τα θέλγητρα της φύσεως, όπως οι σήμερον ρομαντικοί. Την μομφήν ταύτην δύναται να εύρη άδικον ο αναγιγνώσκων τον Οιδίποδα επί Κολωνώ ή τον Ιππόλυτον Στεφανηφόρον, όχι όμως και ο αποβλέπων εις την παρά των απογόνων αυτών ανοχήν της καταστροφής των δασών και της μεταποιήσεως εις άσβεστον των γραφικοτάτων λόφων των Αθηνών»(Ροίδη Δ. Εμ., «Αι εξοχαί των Αθηνών», Αθήνα 1896).

Αντώνης Β. Καπετάνιος,
Δασολόγος-Περιβαλλοντολόγος
(από το βιβλίο του «Αθήνα, ζεις;», εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 2006)

πηγή http://www.solon.org.gr/index.php/politismos-oikologia-anthropologia/91---a-/1277-attiko-topio.html