Συμμετέχει, μελετά, αρθρογραφεί, ταξιδεύει, ενημερώνεται με στόχο να προσφέρει όσο μπορεί στην αναβάθμιση του τοπίου που μας περιβάλλει.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΗΣ ΛΙΓΟΥΡΙΑΣ

H Λιγουρία βρίσκεται ανάμεσα στην Προβηγκία και την Τοσκάνη, κατά μήκος ενός στενού παραθαλάσσιου μακρόστενου κομματιού. Οριοθετείται από ένα τοξοειδές σχήμα βουνών όπου η αλυσίδα από τις Άλπεις και τα Απέννινα συναντιούνται.
Η περιοχή χωρίζεται σε δύο μέρη τη δυτική και ανατολική Ριβιέρα και αποτελεί το νοτιότερο τμήμα της βόρειας Ιταλίας. Χαρακτηρίζεται από μια σειρά από πεδιάδες και ψηλές βραχώδεις ακτές με λίγα ήσυχα ρυάκια. Λόγω του ορεινού όγκου υπάρχει δυσκολία στην επικοινωνία ανάμεσα σε διαφορετικές περιοχές.
Tο Μεσαίωνα με την ανάπτυξη της ναυτιλίας η περιοχή έγινε  σημείο συνάντησης μεταξύ ανατολής και δύσης. Ιστορικά, πολιτικά γεγονότα και εμπορικές συμφωνίες, παρίστανται μάρτυρες της συνέχισης του ρόλου της Λιγουρίας σαν σημείο επαφής ανάμεσα σε ποικιλία πολιτισμών. Οι  κάτοικοι της Λιγουρίας πήραν μέρος στην εξερεύνηση νέας γης και μαζί με τον Χριστόφορο Κολόμβο ήταν υπεύθυνοι για την ανακάλυψη της Αμερικής.
Η έλλειψη όμως κατάλληλης γης για καλλιέργεια ώθησε τους κατοίκους της Λιγουρίας να εκμεταλλευτούν τους λίγους πόρους που είχαν και στο πέρασμα των αιώνων οι πλαγιές των λόφων άλλαξαν. Οι βράχοι κόπηκαν και οι πέτρες χρησιμοποιήθηκαν να χτιστούν ξερολιθιές, οι ταράτσες γεμίστηκαν με χώμα, τα αρδευτικά συστήματα βελτιώθηκαν, η διαμόρφωση  των βουνών έγινε σε  διαδοχικές  στενές λουρίδες , πεζούλες.
Το ιδιαίτερα ήπιο κλίμα του χειμώνα και η επαφή με την ανατολή έκανε αγαπητή την καλλιέργεια δέντρων, λαχανικών και λουλουδιών από ανατολικές χώρες και αμέσως μετά δημιουργήθηκε το ενδιαφέρον για την εξαγωγή τους.
Τα κλιματικά χαρακτηριστικά της περιοχής επιδρούν στην διάπλαση των κήπων όσο και οι πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες.  Μετά την Αραβική εισβολή τον 10ο αιώνα και την εγκαθίδρυση της Γένοβας  η παλιά τάξη των λόρδων αντικαταστάθηκε από μια νέα τάξη εμπόρων και τραπεζιτών όπου έφτιαξαν παλάτια στις πόλεις και βίλες στην εξοχή. Το γεγονός αυτό τροποποίησε τον αστικό και περιαστικό κήπο που τον 15ο αιώνα περιγράφηκε από ταξιδιώτες και γεωγράφους σαν ένας συνεχόμενος κήπος.
Τα τελευταία πενήντα χρόνια στη Λιγουρία  έχει γίνει μεγάλη συγκέντρωση βιομηχανικής δραστηριότητας. H μετακίνηση ανθρώπων στα αστικά κέντρα παραγωγής έχει προκαλέσει την εγκατάλειψη της υπαίθρου και έχει ευνοήσει την οικοδομική κερδοσκοπία σε πολλές παράκτιες πόλεις.
Ο πρωταρχικός στόχος, σήμερα, είναι  να επιτραπεί στην περιοχή να επανακτήσει την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητά της.  Βασικό σε αυτήν την διαδικασία είναι η αναγνώριση και γνώση του τοπίου της περιοχής και  των ιστορικών κήπων της.

περιτοιχισμEνοι κήποι
Η παρουσία περιτοιχισμένων κήπων σε μια επίπεδη παραθαλάσσια περιοχή της δυτικής Ριβιέρας χρονολογείται από την εποχή του μεσαίωνα. Σε ένα ταξίδι της η βασίλισσα της Πολωνίας  το 1647 στην περιοχή του Σαν Ρέμο  περιγράφει το θαυμασμό της βλέποντας μεγάλους σκαλωτούς κήπους  που περιβάλλονται από τοίχους  μέσα στους οποίους δέντρα λεμονιάς,  φοίνικες , γιασεμιά και  λουλούδια  καλλιεργούνται.
Στο Σαν Ρέμο  το 1565 έγινε  υποχρεωτικό να εσωκλείονται οι κήποι  προκειμένου να προστατευθούν τα δέντρα και τα φυτά από ζημιές από το άλατι και τα βοοειδή και επίσης απαγορεύτηκε η κοπή των φοινίκων και των  εσπεριδοειδών. Έτσι τα φυτά συντηρήθηκαν μέχρι την αρχή του αιώνα όπου η ανάπτυξη του τουρισμού έδωσε τους κήπους   των βιλών και των ξενοδοχείων  άλλη χρήση.

ΚΗΠΟΙ ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΩΝ
Τα εσπεριδοειδή ήταν οι πιο ευδιάκριτες φιγούρες στους κήπους της Λιγουρίας μέχρι τον 14ο αιώνα όπου  σημάδευαν το Σαν Ρέμο μέχρι την δυτική Ριβιέρα και το Νέρβι μέχρι την ανατολική Ριβιέρα. Μαζί με την καλλιέργεια της ελιάς αποτελούσαν έναν αναγνωριστικό στοιχείο  των περιοχών αυτών.
Μελετώντας αγροτική  οικονομία και αγροτική ιστορία, βλέπουμε το ρόλο που έπαιξαν οι Γενοβέζοι ,οι Σισιλιάνοι στην εισαγωγή των λεμονιών, και των νεραντζιών στην Ευρώπη από τους Άραβες που καλλιεργούσαν τεράστιες εκτάσεις στη Ν. Αφρική και την Ισπανία.
Σύμφωνα με τον Giovanni Gallesio,  έναν συγγραφέα, οι Γενοβέζοι έμποροι εισήγαγαν τα πορτοκάλια από τη Συρία πριν τους  Πορτογάλους και ήταν αυτοί που τα διέδωσαν τον 16ο αιώνα. Το κλίμα ευνοεί την καλλιέργεια και παραγωγή πολλών τύπων λεμονιών ( Limon ligusticus, Limon genuensis, Limon sponginus Liguriae verrucosus)  που περιγράφονται από τον Giovanni Battista Ferrari  το 1646.  Πολλά από αυτά προορίζονταν για Γερμανία και Αγγλία, όπως βεβαιώνεται ήδη στο δέκατο τέταρτο αιώνα από τα καταστατικά του Σαν Ρέμο.
Ο Ferrari θεώρησε τους οπωρώνες  εσπεριδοειδών της Λιγουρίας μεγάλης σπουδαιότητας και τα περιέγραψε σαν τη νύμφη  Aρετούσα. που  μετασχημάτισε τον κόλπο της Γένοβας σε έναν "αρωματισμένο ωκεανό" όπου τα αεράκια διέδιδαν  το χαρακτηριστικό γνώρισμα των ανθών της πορτοκαλιάς και λεμονιάς .
Στο Nέρβι. εκτός από τους οπωρώνες εσπεριδοειδών υπήρξε  μια συγκέντρωση φυτωρίων του όπου φυτά και δέντρα  στέλνονταν στο εξωτερικό. Έτσι το δέκατο έβδομο αιώνα έγινε μόδα η  ανάπτυξη των εσπεριδοειδών στα θερμοκήπια πορτοκαλιών. Προς το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα υπήρξε μία μερική εγκατάλειψη  αυτού του τύπου καλλιέργειας εξ αιτίας των επαναλαμβανόμενων χειμερινών παγετών που ήταν μέρος μιας γενικής ψύξης  του κλίματος κατά τη διάρκεια του αιώνα.
Με τον ανταγωνισμό από τις άλλες παραγωγικές περιοχές της Μεσογείου οι αγροτικοί κήποι με εσπεριδοειδή που υπήρχαν από το μεσαίωνα και χαρακτήριζαν την περιοχή της Λιγουρίας εξαφανίστηκαν. ¨Έτσι η παράδοση χρόνων να φυτεύονται ξινά στους κήπους της Λιγουρίας και κατά μήκος των δρόμων εγκαταλείφθηκε.

ΚΗΠΟΙ ΦΟΙΝΙΚΩΝ
Η παρουσία των φοινίκων στην δυτική Ριβιέρα χρονολογείται πολύ πριν το 19ο αιώνα. Ήταν μια ανακάλυψη για τους ταξιδιώτες της βόρειας  Ευρώπης οι καλλιέργειες του Phoenix dactylifera στις πλαγιές των λόφων της Μπορντιγκέρα και του Σαν Ρέμο. Η φήμη αυτής της ακτής με την αφρικανική εμφάνιση περιγράφηκε από ποιητές, βοτανολόγους και  φυσιοδίφες.
Ιστορικά ντοκουμέντα όπως γράφτηκαν  το 1584 επιβεβαιώνουν ότι οι φοίνικες καλλιεργούνταν  για τα φύλλα τους που χρησιμοποιούνταν για διακοσμητικούς λόγους. Τα έστελναν στη Ρώμη, (στο Βατικανό), για το Πάσχα και άλλες θρησκευτικές γιορτές, συνήθεια που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Η εξωτική γοητεία που ασκούσαν οι φοίνικες είχαν αξιοσημείωτη επιρροή σ‘αυτούς τους κήπους στο τέλος του 19ου αιώνα και φτιάχνονταν για τους ξένους τουρίστες που περνούσαν τις χειμερινές τους διακοπές στην Ριβιέρα.
Οι φοίνικες χρησιμοποιήθηκαν σε δημόσια πάρκα, στα νέα τουριστικά κέντρα του Σαν Ρέμο , της Μπορντιγκέρα, και του Ραπάλο, κατά μήκος λεωφόρων για περίπατο, δημιουργώντας έτσι μια πράσινη ζώνη μαζί με τους κήπους των ξενοδοχείων και των βιλών κατά μήκος της ακτής.
Η λεωφόρος των φοινίκων στο Νέρβι σχεδιάστηκε στο τέλος του 19ο αιώνα πίσω από το σιδηροδρομικό σταθμό. Aποτελείται από  σειρές φοινίκων κατ’ εναλλαγή με νεραντζιές και αποτελεί μια περιοχή με μεγάλη κηποτεχνική αξία μόλις μερικά χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης. Ενισχύθηκε επίσης από τον περίπατο δίπλα στην θάλασσα ανάμεσα στα βράχια και τα βοτανικά πάρκα του Gropallo και Grimaldi. Η φύτευση των δέντρων χρηματοδοτήθηκε από μια δημόσια συνδρομή,  σχεδιάστηκε για να αυξήσει τις τιμές ιδιοκτησίας των κομψών βιλών και των κήπων που κατασκευάστηκαν στις πλευρές του που λόγω  της πλούσιας βλάστησης, έδιναν την εντύπωση του παραδείσου, της  ευημερίας , του πλούτου και της υγείας.

BΡAXOKHΠOI
Στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα οι κήποι της Riviera  τοποθετήθηκαν σε δύσκολες περιοχές, σε ακρωτήρια και σε απότομους βράχους προκειμένου να εκμεταλλευθούν  πλήρως οι  πανοραμικές απόψεις, χρησιμοποιούν τις τραχιές κλίσεις - για τις οποίες άλλα συνθετικά στοιχεία σκληρά θα ήταν πιο κατάλληλα - στη δημιουργία των κήπων όπου η μεσογειακή βλάστηση υπερισχύει.
Η συνοχή μεταξύ του κήπου και του τοπίου οδήγησε στην εξέλιξη των  βραχόκηπων. Οι φυσικοί απότομοι βράχοι διατηρήθηκαν και παγιώθηκαν με τη φύτευση του lentiscus Pistacia.  Terebintus Pistacia.  Angnstifolia Phillirea, Viburnum tinus. και διάφορα είδη Cistus, Rosmarinus και lavender.
Οι μικροί πανοραμικοί πυργίσκοι και τα πανοραμικά πεζούλια που βλέπουν τη θάλασσα δημιουργήθηκαν γύρω από τις αυθόρμητες ομάδες πεύκων halepensis. Συγχρόνως άλλου τύπου  βραχόκηποι κατασκευάστηκαν στους κήπους Hanbury, όπου οι απότομες κλίσεις με  νότια έκθεση μετασχηματίστηκαν μέσω της τοποθέτησης  μεγάλων βράχων και έτσι  δημιουργήθηκε  μικροκλίμα   κατάλληλο για την καλλιέργεια  των κάκτων αλόες ,αγκαύες, οπούντιες, ευφορβίες, φυτά που μπορούν να αντέξουν την ζέστη και την έλλειψη νερού.
Ο Τhοmας Hanbury και Ludwig Winter ξεκίνησαν την πειραματική καλλιέργεια  φυτών από ξηρές και ημιέρημες ζώνες αποκομίζοντας πολύ σημαντικά αποτελέσματα  που παρείχαν έμπνευση για άλλους κήπους όπως στη βίλα Sommerherg στο Nέρβι (που καταστράφηκε αργότερα), όπου υπήρξε μια ιδιαίτερη συλλογή  κάκτων και παχύφυτων, και το διάσημο εξωτικό κήπο στο Μόντε Κάρλο.

ΕΞΟΤΙΚΟΙ ΚΗΠΟΙ
Στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα η Ριβιέρα, μαζί με τη λίμνη Como και τη λίμνη Maggiore, οι  λόφοι της Φλωρεντίας και η ακτή της Αμάλφης, έγιναν ένας από τους αγαπημένους προορισμούς του ευρωπαϊκού τουρισμού.
Βοτανολόγοι  από τη βόρεια  Ευρώπη προσελκύονταν από το ήπιο κλίμα και την ομορφιά του τοπίου και έρχονταν τακτικά να περάσουν το χειμώνα στις ακτές της  Λιγουρίας όπου πιθανά τροπικά είδη και υποτροπικά καλλιεργούνται επιτυχώς στο ύπαιθρο μάλλον  ή στα θερμοκήπια και τους χειμερινούς κήπους. Στα μοντέρνα θέρετρα όπως το Σαν Ρέμο και Rapallo μια προτίμηση για το ελκυστικό εξωτισμό επικράτησε και αυτό μπορεί να φανεί και στους κήπους και στα κτήρια. Τα εξωτικά φυτά που φυτεύτηκαν είτε από μόνα τους είτε σε θεαματικές ομάδες στα παρτέρια  και τα πεζοδρόμια με εκλεκτικό ύφος χαρακτήρισαν τους ιδιωτικούς κήπους και τα δημόσια πάρκα.
Τα εξωτικά φυτά  διαδίδονται πέρα από τα σύνορα των κήπων με αποτέλεσμα να υπάρξει μια ριζική αλλαγή στην παράκτια βλάστηση. Οι  παραδοσιακές φυτεύσεις (άλση ελιών και μεσογειακή βλάστηση)   τροποποιήθηκαν από την παρουσία των ζωηρών χρωμάτων των ακακιών, της Βουκαμβίλιας, του Καλιστήμονα, και άλλων φυτών που εύκολα εγκλιματίστηκαν.

ΚΡΕΜΑΣΤΟΙ ΚΗΠΟΙ
Η απότομη κλίση της γης καθόρισε την εξέλιξη των κρεμαστών κήπων που εσωκλείστηκαν μεταξύ των κτηρίων αλλά με συνέχεια προς το δρόμο.
Το ευνοϊκό κλίμα κατέστησε πιθανό να δημιουργηθούν   ανοικτά κατοικήσιμα διαστήματα που θα μπορούσαν είτε να καλυφθούν είτε να αποκαλυφθούν και που επέτρεψαν τις σύνθετες μετακινήσεις από έναν ανοιχτό χώρο σε άλλο  γύρω από το κεντρικό προαύλιο.
Τον 19ο αιώνα πλήθος οι κήποι της οδού Aurea συγκρίνονται με τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας και μας πληροφορούν για τα φυτά και τα δέντρα που αναπτύσσονταν εκεί, πολλά από τα οποία  έχουν εξαφανιστεί ή έχουν αντικατασταθεί από άλλα  ( νεραντζιές, ροδιές, γιασεμιά, τριανταφυλλιές, μυρτιές) , αρωμάτιζαν τις αυλές και συνόδευαν τον ήχο του νερού  από τις λίμνες και τα σιντριβάνια.

 κείμενο
Κατσογιάννη Σταυρούλα
γεωπόνος - αρχιτέκτων τοπίου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου